Ποιο είναι το σύμπτωμα που εμφανίζεται δεκαετίες πριν την άνοια
– Δεν είναι ένδειξη αφηρημάδας
Ορισμένες δυσκολίες που μπορεί να μπερδευτούν με απλή αφηρημάδα μπορεί να αποτελούν ένα από τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια της Αλτσχάιμερ.
Οι επιστήμονες πιστεύουν πλέον ότι αυτές οι ανεπαίσθητες αλλαγές μπορεί να εμφανιστούν έως και
είκοσι χρόνια πριν την απώλεια μνήμης, κατά τη διάρκεια μιας «σιωπηλής» φάσης όπου μόνο λίγα εγκεφαλικά κύτταρα έχουν επηρεαστεί.
«Αυτό πιθανόν εξηγεί γιατί
το να χάνει κανείς τον προσανατολισμό του μπορεί να είναι από τα πρώτα σημάδια της νόσου Αλτσχάιμερ»,
σημειώνει ο Βρετανός καθηγητής Michael Hornberger από το University of East Anglia, σύμφωνα με το Daily Mail. Σύμφωνα με ερευνητές του Allen Institute for Brain Science, αυτή η αρχική φθορά εμφανίζεται στην περιοχή του εγκεφάλου που είναι
υπεύθυνη για την χωρική πλοήγηση – πολύ πριν από τα κλασικά συμπτώματα ή τις ορατές εγκεφαλικές αλλοιώσεις σε απεικονίσεις.
Σε ποιες παθήσεις είναι σύμπτωμα
η χωρική επίγνωση;
Δυσκολίες με τη χωρική επίγνωση – όπως η αποπροσανατολισμός, η λανθασμένη εκτίμηση αποστάσεων ή η δυσκολία πλοήγησης σε γνώριμα μέρη – μπορεί να αποτελούν σημάδια διαφόρων νευρολογικών, νευροαναπτυξιακών και ψυχιατρικών παθήσεων.
Σύμφωνα με επιστημονική εργασία του 2010 με τίτλο «Visual Spatial Cognition in Neurodegenerative Disease», αυτά τα προβλήματα προκύπτουν συχνά επειδή διάφορες παθήσεις προκαλούν
φθορές σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για τη χωρική σκέψη.
Για παράδειγμα: Αλτσχάιμερ:
Οι διαταραχές στη χωρική πλοήγηση μπορεί να εμφανιστούν πριν από την απώλεια μνήμης, λειτουργώντας ως πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια.
Μη λεκτική μαθησιακή διαταραχή (NVLD): Διαταράσσει την οπτικοχωρική επεξεργασία, επηρεάζοντας τα μαθηματικά, τις λεπτές κινητικές δεξιότητες και την κοινωνική κατανόηση.
Αναπτυξιακή διαταραχή κινητικού συντονισμού (DCD): Προκαλεί συχνά προβλήματα στην πλοήγηση και στον σχεδιασμό δραστηριοτήτων στα παιδιά.
Επίμονη ζάλη στάσης – αντίληψης (PPPD): Περιλαμβάνει χρόνια ζάλη και χωρικό αποπροσανατολισμό λόγω δυσλειτουργίας στα συστήματα πλοήγησης του εγκεφάλου.
Οπίσθια φλοιϊκή ατροφία (PCA):
Σπάνια μορφή της Αλτσχάιμερ που προκαλεί οπτικοχωρικά προβλήματα όπως δυσκολίες στην ανάγνωση και στην αντίληψη βάθους.
Πάρκινσον:
Προκαλεί οπτικές και χωρικές διαταραχές που παρεμβαίνουν στο περπάτημα, την οδήγηση και την καθημερινή κίνηση.
Σύνδρομο Bálint:
Προκαλείται από βλάβη και στους δύο βρεγματικούς λοβούς, οδηγώντας σε σοβαρές δυσκολίες χωρικής επίγνωσης συντονισμού.
Αν παρουσιαστούν τέτοια συμπτώματα, είναι σημαντικό να γίνει άμεσα ιατρική αξιολόγηση από ειδικό. Ο εντοπισμός της αιτίας μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερη διαχείριση και σημαντικά βελτιωμένη ποιότητα ζωής
Οι πρώιμες αλλαγές στον εγκέφαλο δίνουν ελπίδα για πρόληψη της άνοιας
Σε πρόσφατη μελέτη που πραγματοποιήθηκε στο Σιάτλ, οι ερευνητές εξέτασαν τους εγκεφάλους 84 ασθενών με Αλτσχάιμερ και διαπίστωσαν ότι ακόμη και με χαμηλά επίπεδα των πρωτεϊνών tau και αμυλοειδούς, η πρώιμη αποδόμηση είχε ήδη ξεκινήσει – συγκεκριμένα σε
βασικούς ανασταλτικούς νευρώνες.
Ο Αμερικανός επικεφαλής συγγραφέας Dr. Mariano Gabitto εξήγησε ότι αυτή η πρώιμη βλάβη μπορεί να πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση που επηρεάζει περιοχές υπεύθυνες για τη γλώσσα και τη μνήμη.
Χρησιμοποιώντας μηχανική μάθηση, η ερευνητική ομάδα ελπίζει να προβλέψει τη γνωστική έκπτωση και πιστεύει ότι η πρώιμη παρέμβαση κατά τη διάρκεια αυτής της «σιωπηλής» φάσης θα μπορούσε να καθυστερήσει – ή ακόμα και να αποτρέψει – την εμφάνιση των συμπτωμάτων άνοιας.
Η άνοια, που προκαλείται συχνότερα από τη νόσο Αλτσχάιμερ, επηρεάζει σχεδόν 200.000 Έλληνες. «Η μακρά προσυμπτωματική και σιωπηλή περίοδος της νόσου δημιουργεί ευκαιρίες για έγκαιρη ανίχνευση, έγκαιρη παρέμβαση και ακόμη και πρόληψη», δήλωσε ο Βραζιλιάνος ερευνητής Dr. Igor Camargo Fontana από την Alzheimer’s Association.
Παράλληλα, νέα έρευνα από τη Νότια Κορέα διαπίστωσε ότι το μεταβολικό σύνδρομο – που χαρακτηρίζεται από παράγοντες όπως κοιλιακό λίπος, υψηλή αρτηριακή πίεση και υψηλό σάκχαρο αίματος
– αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης πρώιμης άνοιας έως και κατά 70% σε άτομα που παρουσιάζουν και τους πέντε παράγοντες.
Ηκαλσιτονίνηείναι ορμόνη που παράγεται από τα κύτταρα C του θυρεοειδούς αδένα.
Ο ρόλος της συνίσταται στην, από κοινού με την παραθορμόνη,
ρύθμιση των επιπέδων του ασβεστίου στο αίμα.
Εκτός των κυττάρων C του θυρεοειδούς αδένα, ωστόσο, η καλσιτονίνη παράγεται και εκκρίνεται στην κυκλοφορία
και από τα κύτταρα C του μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς
Η αξιολόγηση των επιπέδων της καλσιτονίνης στο αίμα των ασθενών με ύποπτους οζους συμβάλλει αποτελεσματικά στην ορθή διάγνωση του καρκινου
Το ερώτημα που προκύπτει, είναι κατά πόσον η μέτρηση της καλσιτονίνης στο υλικό της παρακέντησης ενός ύποπτου όζου του θυρεοειδούς
μπορεί να συμβάλλει στην διάγνωση του μυελοειδους καρκίνου, συγκριτικά με την συμβατική κυτταρολογική εξέταση του υλικού.
Η επιστημονική έρευνα
Την απάντηση στο ερώτημα αυτό έρχεται να δώσει μία συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό “Endocrine“.Η έρευνα συμπεριέλαβε 6 μελέτες, οι οποίες συνέκριναν τη διαγνωστική ευαισθησία της συμβατικής κυτταρολογικής εξέτασης με αυτή της μέτρηση των επιπέδων καλσιτονίνης στο έκπλυμα του υλικού της παρακέντησης, όσον αφορά στην ορθή διάγνωση του μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς.
Η έρευνα συμπεριέλαβε, 278 ασθενείς με ύποπτους για μυελοειδή καρκίνο όζους του θυρεοειδούς ή τραχηλικούς λεμφαδένες, καθώς όλοι οι ασθενείς εμφάνιζαν παθολογικά αυξημένα επίπεδα καλσιτονίνης αίματος.
Ο συνολικός αριθμός των ύποπτων βλαβών που παρακεντήθηκαν ήταν 399, ενώ τελικά
οι 173 εκ των 278 ασθενών με αυξημένα επίπεδα καλσιτονίνης αίματος εμφάνισαν στην ιστολογική εξέταση του αφαιρεθέντος θυρεοειδούς και των τραχηλικών λεμφαδένων μυελοειδή καρκίνο.
Τα ευρήματα της έρευνας
Η έρευνα, αποκάλυψε πως
η μέτρηση της καλσιτονίνης στο έκπλυμα εκ του υλικού παρακέντησης αποτελεί τον πιο αξιόπιστο δείκτη για τη διάγνωση του μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς.
Πιο αναλυτικά, η μέτρηση της καλσιτονίνης στο έκπλυμα της παρακέντησης εμφάνισε:
ΔιαγνωστικήΕυαισθησία = 98%
(ανακάλυψε το 98% των ασθενών με μυελοειδή καρκίνο θυρεοειδούς),
έναντι της συμβατικής κυτταρολογικής εξέτασης, η οποία εμφάνισε:
ΔιαγνωστικήΕυαισθησία = 54%
( 54% των ασθενών με μυελοειδή καρκίνο θυρεοειδούς)
Ερμηνεία των αποτελεσμάτων
Η περιορισμένη διαγνωστική ευαισθησία της συμβατικής κυτταρολογικής εξέτασης στη διάγνωση του μυελοειδούς καρκίνου δεν αποκαλύπτεται για πρώτη φορά.
Μία άλλη μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε το 2015, διαπίστωσε πως η συμβατική κυτταρολογική εξέταση ήταν σε θέση να αποκαλύψει μόνο το 56% των περιπτώσεων μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς.
Παρά τα ευρήματα της προαναφερθείσας μετα-ανάλυσης, οι αναθεωρημένες διεθνείς οδηγίες για το μυελοειδή καρκίνο από την Αμερικανική Εταιρεία Θυρεοειδούς (American Thyroid Association – ATA) συστήνουν με βαθμό σύστασης “Β”, τη μέτρηση των επιπέδων καλσιτονίνης στο έκπλυμα της παρακέντησης ενός ύποπτου όζου του θυρεοειδούς ή κάποιου ύποπτου τραχηλικού λεμφαδένα.
Θα πρέπει εδώ, να σημειωθεί πως η παρούσα έρευνα είναι ουσιαστικά η πρώτη που βλέπει το φως της δημοσιότητας, όσον αφορά στη σύγκριση της συμβατικής κυτταρολογικής εξέτασης και της μέτρησης της καλσιτονίνης στο έκπλυμα του υλικού παρακέντησης για την ορθή και έγκαιρη διάγνωση του μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς.
Κατόπιν ενδελεχούς αξιολόγησης των ευρημάτων της παρούσας έρευνας, η μέτρηση των επιπέδων καλσιτονίνης στο έκπλυμα της κυτταρολογικής εξέτασης αποδεικνύεται πολύτιμη για την έγκυρη και έγκαιρη διάγνωση του μυελοειδούς καρκίνου.
Ως εκ τούτου, είναι εξαιρετικά πιθανό οι νεότερες διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες να αναβαθμίσουν το βαθμό σύστασης για τη διενέργεια της μεθόδου αυτής στο ύψιστο, το βαθμό “Α”.
Συμπεράσματα
Συμπερασματικά, παρά το γεγονός πως η συμβατική κυτταρολογική εξέταση σε συνδυασμό με τη μέτρηση των επιπέδων καλσιτονίνης αίματος αποτελούσαν επί σειρά ετών τη μοναδική μέθοδο προεγχειρητικής διάγνωσης του μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς, η πρόοδος της βιοϊατρικής τεχνολογίας μας επιτρέπει, πλέον, να αυξήσουμε σημαντικά τα ποσοστά έγκυρης και έγκαιρης διάγνωσης του μυελοειδούς καρκίνου του θυρεοειδούς. Και δεν θα πρέπει, επίσης, να παραβλέπουμε το γεγονός, πως η έγκαιρη διάγνωση δεν μεταφράζεται μόνο σε λιγότερη σωματική και ψυχολογική ταλαιπωρία των ασθενών, αλλά και σε αυξημένα ποσοστά μακρόχρονης επιβίωσης και ουσιαστικά ίασης των ασθενών, καθώς με την εφαρμογή της νέας μεθόδου μας παρέχεται, πλέον, η δυνατότητα να ανακαλύπτουμε τη νόσο σε αρχικά στάδια.
Το βραδινό συνδέεται με κίνδυνο καρκίνου του μαστού και προστάτη.
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΡΩΜΕ ΑΡΓΑ ΤΟ ΒΡΑΔΥ
Τελικά, δεν έχει μόνο σημασία το τι τρώμε για να παραμείνουμε υγιείς αλλά κυρίως το
τι ώρα τρώμε το δειπνο μας .
Γυναίκες που έτρωγαν μετά τις 9:30μ.μ. το βράδυ, είχαν 48% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού ενώ
άντρες που έτρωγαν μετά τις 9:30μ.μ. το βράδυ, είχαν 200% μεγαλύτερο κίνδυνο (2,2 φορές ) για καρκίνο του προστάτη.
Όσο πιο αργά τρώμε τα βράδια
τόσο χειρότερα τελικά.
Αυτό επιβεβαιώνεται από μια αντίστοιχη μελέτη στην Ασία η οποία διαπίστωσε ότι οι γυναίκες που έτρωγαν μετά τις 10:00μ.μ. το βράδυ είχαν 50% υψηλότερο κίνδυνο να νοσήσουν, ενώ εκείνες που γευμάτιζαν μετά τις 12μ.μ. τα μεσάνυχτα, παρουσίαζαν τριπλάσιο κίνδυνο να προσβληθούν από καρκίνο του μαστού.
Το φαγητό αργά το βράδυ, συνδέεται με το μεταβολικό σύνδρομο (αντίσταση στην ινσουλίνη). που αποτελεί πρόδρομο αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία όπως παχυσαρκία, διαβήτη τύπου II καρδιακων και καρκίνου.
Όσοι συνηθίζουν να τρώνε αργά το βράδυ και ειδικά κοντά στα μεσάνυχτα, διαταράσσουν τον κιρκάδιο ρυθμό με συνέπεια να αποσταθεροποιείται ο έλεγχος του ζαχάρου την επόμενη μέρα, ανεξάρτητα από το είδος τροφής που καταναλώνεται (υδατάνθρακες, λίπη ή πρωτεΐνες έχουν το ίδιο αποτέλεσμα).
Η διαταραχή του 24ωρου κιρκάδιου ρυθμού έχει χαρακτηριστεί ως πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο από τον Διεθνή Οργανισμό Έρευνας για τον Καρκίνο.
Το κιρκάδιο ρολόι επηρεάζεται από περιβαλλοντικούς παράγοντες και ιδιαίτερα από την έκθεση στο φως και τους ρυθμούς πρόσληψης της τροφής.
Οι διαταραχές του κιρκάδιου ρυθμού που προκύπτουν από την αργοπορημένη ώρα λήψης του τελευταίου γεύματος της ημέρας, φαίνεται να εμπλέκονται τελικά στα σημερινά αυξημένα επίπεδα καρκινογένεσης.
Θεωρείται πλέον αυτονόητο ότι εκτός της ποιότητας της διατροφής, η προσαρμογή των γευμάτων στον αναλλοίωτο καθημερινό κιρκάδιο ρυθμό θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη τόσο από τους ογκολόγους όσο και στα πλαίσια πρόληψης του καρκίνου από όλους εμάς.
Τρωμε το αργότερο στις 9:30μ.μ το βράδυ. Ωστόσο, μια άλλη μελέτη διαπίστωσε ότι το να μην τρώει κανείς μετά τις 8:00μ.μ. συνδέεται σαφώς με καλύτερη υγεία.
Ενώ το να τρώει κανείς νωρίτερα το βράδυ φαίνεται να είναι σημαντικό,
η διάρκεια της απόλυτης νηστείας κατά τη διάρκεια της νύχτας
(μεταξύ δείπνου και πρωινού)
είναι επίσης καθοριστική.
Η συνεχόμενη νηστεία 12-16 ωρών κατά τη διάρκεια της νύχτας, φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευεργετική
Το φαγητό αργά το βράδυ προκαλεί ασθένειες, διαταράσσει τον ύπνο και προσθέτει αντιαισθητικό λίπος.
Προσπαθήστε καθημερινά να αλλάξτε αυτή την επιβαρυντική συνήθεια μεταφέροντας το δείπνο νωρίτερα (ιδανικά 6-8μ.μ).
Εκατομμύρια σταμάτησαν να παίρνουν στατίνες λόγω παρενεργειών και μια νέα, μαζική μελέτη έχει κάτι εκπληκτικό να πει γι' αυτό.
Μια μελέτη-ορόσημο που ανέλυσε δεδομένα από περισσότερους από 150.000 ασθενείς απεκάλυψε ότι η πλειονότητα των φοβούμενων παρενεργειών που αποδίδονται στις στατίνες δεν προκαλούνται στην πραγματικότητα από το ίδιο το φάρμακο. Αυτή η ολοκληρωμένη ανασκόπηση, που δημοσιεύτηκε στο The Lancet , υποδηλώνει ότι οι ανησυχίες σχετικά με τις στατίνες μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό αβάσιμες, οδηγώντας ενδεχομένως εκατομμύρια ανθρώπους να αποφύγουν την σωτήρια καρδιαγγειακή προστασία.
Βασικά σημεία
Οι πιο συχνά αναφερόμενες παρενέργειες
όπως η απώλεια μνήμης, η κατάθλιψη και τα προβλήματα ύπνου δεν συνδέονται με τη χρήση στατινών σε αυστηρές δοκιμές.
Τα οφέλη των στατινών στην πρόληψη καρδιακών προσβολών και εγκεφαλικών επεισοδίων υπερτερούν σημαντικά των ελάχιστων, επιστημονικά επιβεβαιωμένων κινδύνων.
Οι τρέχουσες ετικέτες προειδοποίησης για τα φάρμακα ενδέχεται να χρειάζονται αναθεώρηση ώστε να αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά στοιχεία από μεγάλης κλίμακας, διπλά τυφλές μελέτες.
Κατανόηση των οφελών των στατινών
Οι στατίνες είναι ευρέως συνταγογραφούμενα φάρμακα που έχουν αποδειχθεί ότι μειώνουν την «κακή» LDL χοληστερόλη, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο καρδιακών προσβολών, εγκεφαλικών επεισοδίων και άλλων καρδιαγγειακών επεισοδίων.
Οι καρδιακές παθήσεις παραμένουν η κύρια αιτία θανάτου παγκοσμίως, καθιστώντας τις αποτελεσματικές προληπτικές θεραπείες όπως οι στατίνες κρίσιμες.
Παρά την αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητά τους, η ανησυχία των ασθενών σχετικά με πιθανές παρενέργειες έχει οδηγήσει πολλούς να διστάσουν ή να διακόψουν τη θεραπεία.
Καταρρίπτοντας τους κοινούς μύθους για τις στατίνες
Η εκτενής ανάλυση, που διεξήχθη από την Cholesterol Treatment Trialists' Collaboration , εξέτασε δεδομένα από 23 μεγάλες τυχαιοποιημένες δοκιμές.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι για σχεδόν όλες τις παθήσεις που αναφέρονται ως πιθανές παρενέργειες στα φυλλάδια φαρμάκων, δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική αύξηση του κινδύνου που σχετίζεται με τη χρήση στατινών.
Αυτό περιλαμβάνει ανησυχίες για απώλεια μνήμης, άνοια, κατάθλιψη, διαταραχές ύπνου, στυτική δυσλειτουργία, αύξηση βάρους, ναυτία, κόπωση και πονοκεφάλους.
Οι αναφορές αυτών των συμπτωμάτων εμφανίστηκαν σε παρόμοια ποσοστά τόσο στους χρήστες στατινών όσο και σε εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Επιστημονικά Επιβεβαιωμένες Παρενέργειες
Η μελέτη εντόπισε μερικές παρενέργειες με στατιστικά σημαντική συσχέτιση με τις στατίνες, αν και συχνά με πολύ μικρές αυξήσεις στον κίνδυνο.
Αυτές περιλαμβάνουν:
Ήπιες αυξήσεις στα ηπατικά ένζυμα:
Παρατηρήθηκε μια μικρή αύξηση (περίπου 0,1%) στα μη φυσιολογικά αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ήπατος, αλλά αυτό δεν μεταφράστηκε σε υψηλότερα ποσοστά σοβαρών ηπατικών παθήσεων όπως η ηπατίτιδα ή η ηπατική ανεπάρκεια.
Μυϊκά συμπτώματα:
Προηγούμενη έρευνα από την ίδια ομάδα έδειξε ότι μόνο περίπου το 1% των ανθρώπων εμφανίζουν μυϊκά συμπτώματα που αποδίδονται στη θεραπεία με στατίνες, κυρίως κατά το πρώτο έτος.
Αυξημένο ζάχαρο στο αίμα:
Οι στατίνες μπορούν να αυξήσουν ελαφρώς τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, οδηγώντας ενδεχομένως άτομα που διατρέχουν ήδη υψηλό κίνδυνο διαβήτη να εμφανίσουν την πάθηση κάπως νωρίτερα.
Κατακράτηση Υγρών και Αλλαγές στα Ούρα:
Σε ορισμένες συγκρίσεις παρατηρήθηκαν μικρές αυξήσεις στην κατακράτηση υγρών (οίδημα) και αλλαγές στα ούρα, αν και η κλινική τους σημασία παραμένει αβέβαιη.
Επανεξέταση των ετικετών φαρμάκων και των αποφάσεων των ασθενών
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι τρέχουσες ετικέτες φαρμάκων μπορεί να βασίζονται σε δεδομένα παρατήρησης και σε αναφορές μετά την κυκλοφορία στην αγορά, οι οποίες μπορεί να υπόκεινται σε μεροληψία και μεροληψία επιβεβαίωσης. Η αυστηρή μεθοδολογία των διπλά τυφλών, τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων δοκιμών παρέχει μια πιο αξιόπιστη αξιολόγηση των επιδράσεων που προκαλούνται από τα φάρμακα. Τα ευρήματα απαιτούν αναθεώρηση των πληροφοριών για τις στατίνες, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι ασθενείς και οι γιατροί μπορούν να λαμβάνουν καλύτερα ενημερωμένες αποφάσεις για την υγεία. Διαλύοντας τους μύθους και διευκρινίζοντας τους πραγματικούς κινδύνους, η μελέτη στοχεύει να ενθαρρύνει περισσότερα άτομα που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τις στατίνες να ακολουθήσουν αυτή τη σωτήρια θεραπεία.
Η έρευνα υπογραμμίζει ότι για εκατομμύρια ανθρώπους, τα ουσιαστικά οφέλη των στατινών στην πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων υπερτερούν κατά πολύ των ελάχιστων και διαχειρίσιμων κινδύνων.
Αυτό που συχνά παραβλέπεται είναι ότι η βιταμίνη D δεν συμπεριφέρεται όπως πολλά άλλα θρεπτικά συστατικά που οι άνθρωποι λαμβάνουν περιστασιακά ως συμπλήρωμα. Επειδή είναι λιποδιαλυτή ,
το σώμα αποθηκεύει υπερβολικές ποσότητες αντί να τις αποβάλλει μέσω των ούρων.
Αυτό επιτρέπει στη βιταμίνη D να συσσωρεύεται σταδιακά στον λιπώδη ιστό και τα όργανα, μερικές φορές για μήνες ή και χρόνια.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ένα άτομο μπορεί να αισθάνεται εντελώς φυσιολογικό και να υποθέτει ότι η ρουτίνα συμπληρωμάτων που λαμβάνει βοηθάει.
Εν τω μεταξύ, μπορούν να αναπτυχθούν αργά εσωτερικές ανισορροπίες, ιδιαίτερα όσον αφορά τη ρύθμιση του ασβεστίου.
Μέχρι να εμφανιστούν αισθητά συμπτώματα, τα επίπεδα βιταμίνης D μπορεί ήδη να είναι αρκετά υψηλά ώστε να επηρεάζουν τη λειτουργία των νεφρών, την καρδιαγγειακή υγεία και τη συνολική μεταβολική ισορροπία, γεγονός που καθιστά την έγκαιρη επίγνωση ιδιαίτερα σημαντική.
Γιατί η υπερβολική λήψη βιταμίνης D μπορεί να είναι επιβλαβής
Η βιταμίνη D έχει ισχυρή επίδραση στον τρόπο με τον οποίο το σώμα απορροφά και χρησιμοποιεί το ασβέστιο.
Σε υγιείς ποσότητες, βοηθά τα έντερα να απορροφούν το ασβέστιο αποτελεσματικά και υποστηρίζει την ανοργανοποίηση των οστών.
Όταν η πρόσληψη γίνεται υπερβολική, ο ίδιος μηχανισμός μπορεί να υπερδιεγερθεί.
Τα έντερα απορροφούν περισσότερο ασβέστιο από ό,τι χρειάζεται το σώμα και το ασβέστιο μπορεί επίσης να απελευθερωθεί από τα οστά στην κυκλοφορία του αίματος
Καθώς αυξάνονται τα επίπεδα ασβεστίου, μπορεί να αναπτυχθεί η πάθηση που είναι γνωστή ως υπερασβεστιαιμία .
Τα υψηλά επίπεδα ασβεστίου μπορούν να επηρεάσουν την κανονική νευρική σηματοδότηση, τη μυϊκή συστολή και τον καρδιακό ρυθμό.
Με την πάροδο του χρόνου, η περίσσεια ασβεστίου μπορεί να εναποτεθεί σε ιστούς όπου δεν ανήκει, συμπεριλαμβανομένων των νεφρών, των αιμοφόρων αγγείων και των καρδιακών βαλβίδων.
Αυτές οι εναποθέσεις μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία των οργάνων και να αυξήσουν τους μακροπρόθεσμους κινδύνους για την υγεία.
Αυτό που καθιστά ιδιαίτερα ανησυχητική την τοξικότητα της βιταμίνης D είναι το πόσο αθόρυβα μπορεί να αναπτυχθεί.
Σε αντίθεση με την οξεία δηλητηρίαση, η περίσσεια βιταμίνης D συνήθως συσσωρεύεται αργά.
Τα συμπτώματα μπορεί να μην εμφανιστούν μέχρι να αυξηθούν τα επίπεδα ασβεστίου για κάποιο χρονικό διάστημα.
Επειδή όλες οι περιπτώσεις τοξικότητας της D προέρχονται από συμπληρώματα και όχι από τρόφιμα ή έκθεση στον ήλιο,
αυτός ο κίνδυνος μπορεί σε μεγάλο βαθμό να προληφθεί με ενημερωμένη και μέτρια χρήση.
Πόση βιταμίνη D θεωρείται υπερβολική
Οι υγειονομικές αρχές έχουν θεσπίσει κατευθυντήριες γραμμές πρόσληψης για να καθορίσουν τόσο την επάρκεια όσο και την ασφάλεια.
Για τους περισσότερους ενήλικες , η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη βιταμίνης D είναι 600 έως 800 διεθνείς μονάδες.
Αυτή η ποσότητα θεωρείται επαρκής για την υποστήριξη της υγείας των οστών και της φυσιολογικής φυσιολογικής λειτουργίας στον γενικό πληθυσμό.
Το ανεκτό ανώτατο όριο πρόσληψης για τους ενήλικες ορίζεται στις 4.000 διεθνείς μονάδες την ημέρα από όλες τις πηγές συνολικά.
Σύμφωνα με τα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας , τα συμπτώματα τοξικότητας της βιταμίνης D είναι πιθανότερο να εμφανιστούν όταν η ημερήσια πρόσληψη φτάσει τουλάχιστον τις 10.000 διεθνείς μονάδες.
Ωστόσο, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η μακροχρόνια πρόσληψη κάτω από αυτό το όριο μπορεί να ενέχει κινδύνους, ιδιαίτερα εάν τα επίπεδα στο αίμα παραμένουν αυξημένα με την πάροδο του χρόνου.
Οι εξετάσεις αίματος προσφέρουν ένα ακόμη επίπεδο γνώσης.
Επίπεδα μεταξύ 20 και 50 νανογραμμαρίων ανά χιλιοστόλιτρο θεωρούνται γενικά επαρκή.
Επίπεδα πάνω από 50 έως 60 νανογραμμάρια ανά χιλιοστόλιτρο συχνά θεωρούνται υπερβολικά και
πολλές καταγεγραμμένες περιπτώσεις τοξικότητας αφορούν επίπεδα πολύ υψηλότερα.
Είναι σημαντικό ότι η έρευνα δεν έχει δείξει πρόσθετα οφέλη για την υγεία σε πολύ υψηλά επίπεδα στο αίμα , γεγονός που υποδηλώνει ότι περισσότερη βιταμίνη D δεν μεταφράζεται σε καλύτερα αποτελέσματα.
Τι λένε οι ειδικοί για την υπερβολική χρήση
Η ραγδαία αύξηση των εξετάσεων και των συμπληρωμάτων βιταμίνης D έχει προκαλέσει ανησυχίες στους ερευνητές.
Η Δρ. JoAnn E. Manson της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ έχει επισημάνει πόσο διαδεδομένες έχουν γίνει οι εξετάσεις, δηλώνοντας:
«Η εξέταση βιταμίνης D είναι μία από τις κορυφαίες εργαστηριακές εξετάσεις του Medicare που πραγματοποιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια». Προσθέτει:
«Αυτό είναι πραγματικά εκπληκτικό για μια εξέταση που συνιστάται μόνο για ένα μικρό υποσύνολο του πληθυσμού».
Μεγάλες τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές έχουν επίσης μετριάσει τις προσδοκίες σχετικά με τα οφέλη της βιταμίνης D πέρα από την υγεία των οστών.
Ο Δρ. Manson εξηγεί: «Η έρευνα για τη βιταμίνη D και τα συμπληρώματα ασβεστίου είναι ανάμεικτη και, ειδικά όσον αφορά τις τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, είναι γενικά απογοητευτική μέχρι σήμερα».
Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η τακτική λήψη συμπληρωμάτων δεν μειώνει σταθερά τον κίνδυνο καρδιακών παθήσεων, εγκεφαλικού επεισοδίου ή καρκίνου για τους περισσότερους ανθρώπους.
Επίσης, εκδίδει σαφή προειδοποίηση σχετικά με την υψηλή πρόσληψη, λέγοντας: «Περισσότερα δεν είναι απαραίτητα καλύτερα. Στην πραγματικότητα, περισσότερα μπορεί να είναι χειρότερα». Αυτή η προειδοποίηση αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία ότι η υπερβολική συμπλήρωση μπορεί να αυξήσει τους κινδύνους όπως πτώσεις, κατάγματα και επιπλοκές που σχετίζονται με το ασβέστιο αντί να βελτιώσει την υγεία
Συμπτώματα που συνδέονται με
την υπερβολική βιταμίνη D
Τα συμπτώματα της τοξικότητας από τη βιταμίνη Dοφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε αυξημένα επίπεδα ασβεστίου και συχνά αναπτύσσονται σταδιακά.
Τα πρώιμα σημάδια μπορεί να περιλαμβάνουν μειωμένη όρεξη, ναυτία, έμετο, δυσκοιλιότητα ή διάρροια. Επειδή αυτά τα συμπτώματα είναι συνηθισμένα και μπορούν να προκληθούν από πολλές παθήσεις, συχνά παραβλέπονται ή αποδίδονται λανθασμένα.
Καθώς η υπερασβεστιαιμία επιμένει, τα συμπτώματα μπορεί να γίνουν πιο έντονα και ενοχλητικά.
Οι άνθρωποι μπορεί να εμφανίσουν υπερβολική δίψα, συχνή ούρηση, κόπωση, μυϊκή αδυναμία, πονοκεφάλους, σύγχυση και ακανόνιστο καρδιακό παλμό .
Οι πέτρες στα νεφρά είναι μια άλλη συχνή επιπλοκή, καθώς η περίσσεια ασβεστίου φιλτράρεται μέσω των νεφρών και συγκεντρώνεται στα ούρα.
Σε σοβαρές ή μη θεραπευμένες περιπτώσεις, τα παρατεταμένα υψηλά επίπεδα ασβεστίου μπορούν να οδηγήσουν σε νεφρική ανεπάρκεια ή σε εναποθέσεις ασβεστίου στις αρτηρίες και σε άλλους μαλακούς ιστούς.
Ενώ αυτά τα αποτελέσματα είναι ασυνήθιστα, υπογραμμίζουν γιατί η πρόσληψη βιταμίνης D πρέπει να προσεγγίζεται με προσοχή και όχι με υποθέσεις.
Ποιος πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός
Ορισμένα άτομα είναι πιο ευάλωτα στις επιπτώσεις της υπερβολικής βιταμίνης D.
Οι ηλικιωμένοι ενήλικες συχνά έχουν ένα στενότερο περιθώριο μεταξύ επαρκών και υπερβολικών επιπέδων ασβεστίου, γεγονός που αυξάνει την ευαισθησία στην ανισορροπία.
Άτομα με νεφρική νόσο , ηπατική νόσο ή παθήσεις που επηρεάζουν την απορρόφηση θρεπτικών συστατικών μπορεί επίσης να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο.
Ορισμένα φάρμακα μπορούν να αυξήσουν περαιτέρω την ευαισθησία.
Τα θειαζιδικά διουρητικά , για παράδειγμα, μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα ασβεστίου όταν συνδυάζονται με συμπληρώματα βιταμίνης D.
Παράγοντες όπως η ηλικία, το σωματικό βάρος, το χρώμα του δέρματος, η γεωγραφική θέση και η έκθεση στον ήλιο επηρεάζουν όλα τα επίπεδα βιταμίνης D, καθιστώντας την τυποποιημένη δοσολογία αναξιόπιστη.
Λόγω αυτών των μεταβλητών, οι αποφάσεις για τη χορήγηση συμπληρωμάτων λαμβάνονται καλύτερα με ιατρική καθοδήγηση και υποστηρίζονται από περιοδικές εξετάσεις αίματος, όταν είναι απαραίτητο.
Πρώτα η τροφή και πιο έξυπνες επιλογές συμπληρωμάτων
Η λήψη βιταμίνης D από τα τρόφιμα και η μέτρια έκθεση στον ήλιο είναι γενικά ασφαλέστερη
από το να βασίζεστε σε συμπληρώματα υψηλής δόσης.
Τα λιπαρά ψάρια, τα αυγά παρέχουν μέτριες ποσότητες που υποστηρίζουν υγιή επίπεδα στο αίμα χωρίς να αυξάνουν την πρόσληψη.
Τα συμπληρώματα μπορεί να είναι χρήσιμα για άτομα με επιβεβαιωμένη ανεπάρκεια ή περιορισμένη έκθεση στον ήλιο, αλλά οι υψηλότερες δόσεις θα πρέπει να είναι προσωρινές και να παρακολουθούνται.
Πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να λαμβάνουν μεγάλες δόσεις ακόμη και μετά την ομαλοποίηση των επιπέδων στο αίμα, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο συσσώρευσης με την πάροδο του χρόνου.
Η προσεκτική ανάγνωση των ετικετών, η αποφυγή πολλαπλών προϊόντων που περιέχουν βιταμίνη D και η περιοδική επανεκτίμηση των αναγκών σε συμπληρώματα μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη της τυχαίας υπερκατανάλωσης.
Η ουσία της βιταμίνης D
Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την υγεία, αλλά δεν είναι ακίνδυνη σε καμία δόση.
Η υπερβολική χορήγηση συμπληρωμάτων μπορεί να διαταράξει αθόρυβα την ισορροπία του ασβεστίου και να επιβαρύνει ζωτικά όργανα πολύ πριν εμφανιστούν εμφανή συμπτώματα.
Η διατήρηση των συνιστώμενων ορίων πρόσληψης, η ιεράρχηση των πηγών τροφίμων και η προσεκτική χρήση συμπληρωμάτων μπορούν να σας βοηθήσουν να επωφεληθείτε από τη βιταμίνη D χωρίς περιττό κίνδυνο.
Όσον αφορά τη βιταμίνη D, η ισορροπία υποστηρίζει τη μακροπρόθεσμη υγεία πολύ καλύτερα από την υπερβολική ποσότητα.