
Ο πρώτος παράγοντας είναι
η ανθρώπινη συμπεριφορά.
Τους ψυχρότερους μήνες περνάμε περισσότερο χρόνο σε κλειστούς χώρους με περιορισμένο αερισμό.
Σχολεία, γραφεία, μέσα μαζικής μεταφοράς, σπίτια με κλειστά παράθυρα. Η στενή επαφή διευκολύνει τη μετάδοση των ιών του αναπνευστικού.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι το περιβάλλον.
Ο ιός της γρίπης επιβιώνει και μεταδίδεται πιο αποτελεσματικά σε συνθήκες
χαμηλής θερμοκρασίας και υγρασίας.
Ο ξηρός αέρας του χειμώνα επιτρέπει στα αερολύματα να παραμένουν αιωρούμενα περισσότερο χρόνο, ενώ ταυτόχρονα ξηραίνει τους βλεννογόνους του ανώτερου αναπνευστικού.
Οι βλεννογόνοι είναι η πρώτη γραμμή άμυνας.
Να γιατι τους προστατευουμε με μιαν απλη μασκα.
Όταν αφυδατώνονται και λειτουργούν λιγότερο αποτελεσματικά, ο ιός βρίσκει ευκολότερη είσοδο.
Όμως το πιο κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο ιός. Είναι ο ξενιστής. Δηλαδή εμείς.
Καθώς περνάμε από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο και τον χειμώνα, συμβαίνει μια σιωπηλή αλλά σημαντική αλλαγή στον οργανισμό μας.
Τα επίπεδα της βιταμίνης D αρχίζουν να μειώνονται. Όχι απότομα, αλλά σταδιακά. Στις περισσότερες χώρες του βόρειου ημισφαιρίου, επίπεδα βιταμίνης D κάτω από το όριο επάρκειας, παρατηρούνται συνήθως μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου, δηλαδή ακριβώς την περίοδο που συχνά κορυφώνεται η γρίπη.
Αυτό δεν είναι τυχαίο.
Η βιταμίνη D
Λειτουργεί ως ρυθμιστική ορμόνη του ανοσοποιητικού συστήματος. Υποδοχείς βιταμίνης D υπάρχουν στα περισσότερα κύτταρα της έμφυτης και της επίκτητης ανοσίας.
Όταν τα επίπεδά της είναι επαρκή, το ανοσοποιητικό λειτουργεί συντονισμένα, γρήγορα και με λιγότερη άσκοπη φλεγμονή.
Ένας από τους βασικούς ρόλους της βιταμίνης D είναι η ενίσχυση της άμυνας των βλεννογόνων.
Ρυθμίζει την παραγωγή αντιμικροβιακών πεπτιδίων, που δρουν σαν φυσικά αντιβιοτικά στην επιφάνεια του αναπνευστικού.
Όταν η βιταμίνη D μειώνεται, αυτή η πρώτη γραμμή άμυνας εξασθενεί.
Ο ιός δεν συναντά πλέον το ίδιο εμπόδιο στην είσοδο και την αρχική εγκατάσταση.
Παράλληλα, η βιταμίνη D παίζει καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση της φλεγμονώδους απάντησης.
Δεν «δυναμώνει» απλώς το ανοσοποιητικό. Το εξισορροπεί. Περιορίζει την υπερβολική παραγωγή προφλεγμονωδών κυτταροκινών και βοηθά τον οργανισμό να αντιδρά με ακρίβεια και όχι με πανικό.
Όταν τα επίπεδα βιταμίνης D είναι χαμηλά, η ανοσολογική απάντηση μπορεί να είναι είτε καθυστερημένη είτε υπερβολική και αποδιοργανωμένη.
Και τα δύο αυξάνουν τον κίνδυνο βαρύτερης νόσησης.
Εδώ εξηγείται και κάτι που βλέπουμε συχνά στην κλινική πράξη. Τον χειμώνα δεν κολλάμε απλώς πιο εύκολα. Αρρωσταίνουμε συχνά και πιο βαριά. Η πτώση της βιταμίνης D δεν αυξάνει μόνο την πιθανότητα λοίμωξης, αλλά επηρεάζει και τη βαρύτητα της νόσου και την ταχύτητα ανάρρωσης.
Η βιταμίνη D επηρεάζει επίσης τη λειτουργία των Τ λεμφοκυττάρων και τη δημιουργία ανοσιακής μνήμης. Χαμηλά επίπεδα σχετίζονται με λιγότερο αποτελεσματική ανοσολογική απάντηση τόσο στη φυσική λοίμωξη όσο και στον εμβολιασμό.
Σημαίνει ότι ένα ανοσοποιητικό με χαμηλή βιταμίνη D χρειάζεται περισσότερους πόρους για να δώσει την ίδια ποιότητα απάντησης.
Όλα αυτά συνδυάζονται.
Περισσότερη έκθεση στον ιό, καλύτερες συνθήκες επιβίωσης του ιού,
ξηρότεροι βλεννογόνοι, χαμηλότερη βιταμίνη D και ένα ανοσοποιητικό λιγότερο ισορροπημένο.
Το αποτέλεσμα είναι τα εποχικά κύματα γρίπης που βλέπουμε κάθε χρόνο, με χρονική μετατόπιση ανάλογα με τις συνθήκες.
Το συμπέρασμα είναι σαφές.
Η εποχικότητα της γρίπης δεν είναι μυστήριο.
Είναι προβλέψιμη βιολογία.
Και η βιταμίνη D αποτελεί έναν από τους βασικούς ρυθμιστές αυτής της ισορροπίας.
Είναι όμως ένα κρίσιμο κομμάτι της ανοσολογικής ετοιμότητας.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου