Τελικα, μοιαζουμε με σπίτι γεμάτο αισθητήρες:
θερμοστάτες, συναγερμούς, ειδοποιήσεις.
Μια μικρή αύξηση έντασης και χτυπάει.
Μια μικρή πτώση διάθεσης και πάλι χτυπάει.
Δεν είναι ότι παλιά δεν πονούσαμε.
Είναι ότι σήμερα
ο πόνος δεν προλαβαίνει να καθίσει πάνω μας.
Τον διώχνουμε πριν μας μιλήσει,
σαν ανεπιθύμητο επισκέπτη.
Του κλείνουμε την πόρτα με βιαστικά λέγοντας είμαι καλά, με ένα ακόμα scroll, με ένα ακόμα ραντεβού, με ένα ακόμα σχέδιο να ξεχαστούμε.
Κι έτσι η ευαλωτότητα, αντί να γίνει γέφυρα, γίνεται κατηγορία:
υπερβολικός, ευαίσθητος, δεν αντέχει.
Στη συστημική ματιά, ο πόνος δεν είναι ιδιωτική υπόθεση.
Δεν κατοικεί μόνο εντός μας.
Κυκλοφορεί ανάμεσα μας, μέσα στα μοτίβα που φτιάχνουμε μαζί:
στους ρυθμούς του ζευγαριού,
στους άγραφους νόμους της οικογένειας,
στις προσδοκίες της δουλειάς,
στη σιωπή της παρέας,
στο βλέμμα που λέει μην το κάνεις θέμα.
Κάθε σύστημα, για να κρατήσει ισορροπία, αναπτύσσει τρόπους να μειώνει την ένταση. Μερικές φορές αυτή η ισορροπία είναι αληθινή.
Άλλες φορές είναι μια ψεύτικη ηρεμία, σαν γυαλισμένο πάτωμα με άπειρες ρωγμές από κάτω.
Δεν φαίνονται, μέχρι να πατήσεις λάθος.
Ο πολιτισμός μας έμαθε ένα επικίνδυνο παραμύθι:
ότι ο πόνος είναι βλάβη,
άρα πρέπει να διορθωθεί γρήγορα.
Θέλουμε άμεση απάντηση,
άμεση ανακούφιση,
άμεση μετάβαση στο επόμενο.
Αν ο παππούς έλεγε κάνε υπομονή,
εμείς λέμε κάνε update.
Κι όμως, ο άνθρωπος δεν είναι εφαρμογή και η ζωή δεν έχει κουμπί undo.
Δεν αλλάζει έκδοση επειδή πάτησε ένα κουμπί.
Χρειάζεται χρόνο, πλαίσιο, σχέση, τελετουργία.
Κάποτε, ο πόνος είχε χώρο:
το μνημόσυνο, το καφενείο, το πένθος που κρατούσε μέρες,
η γειτονιά που ήξερε να κάθεται χωρίς να βιάζεται να σε φτιάξει.
Σήμερα ο πόνος συχνά γίνεται ντροπή.
Στη δουλειά πρέπει να είσαι λειτουργικός.
Στη σχέση πρέπει να είσαι ελκυστικός.
Στα κοινωνικά δίκτυα πρέπει να είσαι εμπνευστικός.
Κι αν τυχόν ραγίσεις, υπάρχει φίλτρο:
βάλε μουσική, βάλε quote, βάλε χαμόγελο.
Το τραύμα γίνεται αισθητική.
Ο πόνος γίνεται περιεχόμενο.
Μια ανάρτηση, λίγα likes, και μετά πάλι προχωράμε, όλα καλά bro.
Μόνο που το σώμα δεν κάνει mute.
Το σώμα θυμάται τις φορές που δεν μιλήσαμε, δεν κλάψαμε, που δεν ζητήσαμε.
Και όταν θυμάται, βρίσκει άλλους δρόμους: σφίγγεται στο στήθος, αϋπνία, εκρήξεις, αποσύρσεις, μια μόνιμη κόπωση που δεν εξηγείται. (κάτι σου θυμίζει έ)
Εδώ εμφανίζεται το συστημικό παράδοξο: όσο περισσότερο αποφεύγουμε τον πόνο, τόσο περισσότερο ο πόνος μεγαλώνει.
Αν δεν ακουστεί ως θλίψη, θα εμφανιστεί ως θυμός.
Αν δεν εκφραστεί ως φόβος, θα γίνει έλεγχος.
Αν δεν αναγνωριστεί ως ανάγκη, θα μεταμορφωθεί σε απαίτηση.
Κι έτσι το άτομο νιώθει χαλασμένο, ενώ στην πραγματικότητα συμμετέχει σε έναν κύκλο αλληλεπίδρασης.
Ο κύκλος δεν σπάει με κήρυγμα
ούτε με, σκέψου θετικά.
Σπάει όταν κάποιος σταματήσει και πει, ήρεμα και καθαρά: εδώ πονάω ρε.
Όχι για να κατηγορήσει.
Για να συνδεθεί.
Για να δώσει στο σύστημα μια καινούργια πληροφορία, αντί να επαναλαμβάνει την ίδια παλιά αντίδραση.
Σκεφτείτε ένα ζευγάρι.
Ο ένας αποσύρεται για να μην υπάρξει ένταση.
Ο άλλος πιέζει για να υπάρξει επαφή.
Ο πρώτος λέει “με πνίγεις”.
Ο δεύτερος λέει “με εγκαταλείπεις”.
Κι οι δύο έχουν δίκιο μέσα στο δικό τους τραύμα.
Κι οι δύο προσπαθούν να μην πονέσουν. Το αποτέλεσμα είναι να πονάνε διπλά και να μπερδεύουν την άμυνα με τον χαρακτήρα. Έτσι είμαι εγώ, έτσι είναι οι σχέσεις και τέτοια. Κι όμως, κάτω από τις λέξεις υπάρχει κάτι απλό:
μια φράση χωρίς φρου φρου και αρώματα.
“Φοβάμαι”. “Μου λείπεις”.
“Δεν ξέρω πώς να το πω”.
Όταν αυτή η φράση δεν βγαίνει, το σύστημα τη βγάζει: με ψυχρότητα, με κριτική, με ζήλια, με σιωπή.
Η δυσκολία να αντέξουμε τον πόνο είναι και διαγενεακή. Πολλοί μεγάλωσαν σε σπίτια όπου το συναίσθημα ήταν πολυτέλεια ή απειλή.
“Μη κλαις”, “μην κάνεις έτσι”, “έχεις τα πάντα”.
Το παιδί έμαθε ότι, για να ανήκει, πρέπει να μην ενοχλεί.
Έμαθε να γίνεται χρήσιμο, όχι αληθινό.
Έτσι, ως ενήλικας, όταν πονάει, ντρέπεται.
Και η ντροπή είναι ο πιο ύπουλος αναισθησιολόγος:
σε κάνει να σωπαίνεις και να χαμογελάς. Να λες “εντάξει” ενώ μέσα σου καταρρέει μια μικρή πολιτεία.
Κι επειδή η ντροπή δεν φαίνεται, οι άλλοι νομίζουν ότι “το έχεις”, άρα συνεχίζουν να ζητούν, να πιέζουν, να περιμένουν.
Και τότε έρχονται τα “αναισθητικά” της εποχής.
Υπερδουλειά, ατελείωτο κινητό, υπερφαγία, αλκοόλ, πορνογραφία, εφήμερες σχέσεις, ακόμη και η μόνιμη αυτοβελτίωση.
Δεν είναι πάντα κακά.
Γίνονται όμως, όταν χρησιμοποιούνται σαν κουβέρτα πάνω σε πυρετό:
δεν θεραπεύουν, απλώς κρύβουν.
Ο πόνος, όταν δεν βρίσκει λέξεις, βρίσκει έξοδο από το σώμα και από τη συμπεριφορά. Κι έτσι το σύστημα επικοινωνεί ότι, “αυτός έχει θέμα”, αντί να ρωτήσει “τι προσπαθεί να πει αυτό το θέμα;”.
Σαν να βλέπεις καπνό και να μαλώνεις το σύννεφο,
αντί να κοιτάξεις από πού ανάβει η φωτιά.
Κάποτε,
οι άνθρωποι ήξεραν κάτι που σήμερα ξεχάσαμε:
ο πόνος θέλει μάρτυρα, όχι δικαστή.
Έναν άνθρωπο να σε βλέπει χωρίς να σε διορθώνει.
Με απλά λόγια, αυτό είναι το θεραπευτικό πλαίσιο.
Δεν είναι μαγεία, ούτε τεχνική.
Είναι η τέχνη του “κάθομαι μαζί σου”.
Όταν υπάρχει σχέση,
ο πόνος μετατρέπεται
από απειλή σε πληροφορία.
Μας λέει τι αγαπάμε, τι χάσαμε, τι χρειάζονται τα όριά μας, τι φοβόμαστε να ζητήσουμε.
Χωρίς σχέση, ο πόνος γίνεται θόρυβος και πανικός.
Και τότε τρέχουμε:
από ανθρώπους, από δουλειές, από αλήθειες, από τον ίδιο μας τον εαυτό.
Η αντοχή στον πόνο δεν χτίζεται με σκληρότητα.
Χτίζεται με ρυθμό, με μικρές τελετουργίες που μας θυμίζουν ότι δεν είμαστε μόνοι.
Ένα τραπέζι χωρίς κινητά.
Ένας περίπατος χωρίς βιασύνη.
Μια κουβέντα που δεν είναι “τι νέα;”
αλλά “τι κουβαλάς;”.
Παράξενο:
οι παππούδες μας, με λιγότερες λέξεις, είχαν περισσότερη παρουσία.
Εμείς έχουμε περισσότερες λέξεις
και λιγότερη παρουσία.
Μιλάμε πολύ, ακούμε λίγο, και ύστερα απορούμε γιατί δεν αντέχουμε.
Η αντοχή δεν είναι να μην σπάς.
Είναι να ξέρεις πού θα στηριχτείς
όταν σπάσεις.
Αν θέλεις να το κάνεις πρακτικό, δοκίμασε κάτι απλό και δύσκολο:
όταν πονάς, μην το μεταφράζεις αμέσως σε λύση. Μείνε λίγο.
Ονόμασέ το. “Είναι θλίψη”. “Είναι φόβος”. “Είναι μοναξιά”.
Δες πού εμφανίζεται:
στο στήθος, στο στομάχι, στον λαιμό.
Και μετά ρώτα συστημικά:
“Σε ποια σχέση γεννήθηκες;”, “τι προσπαθείς να προστατέψεις;”, “ποιον φοβάμαι να απογοητεύσω;”, “τι θα γινόταν αν με άκουγαν;”.
Αυτές οι ερωτήσεις δεν εξαφανίζουν τον πόνο. Του δίνουν νόημα.
Και το νόημα είναι η αρχή της αντοχής, γιατί σε γυρίζει από τη φυγή στη σύνδεση.
Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν χρειάζεται να γίνει άτρωτος.
Χρειάζεται να γίνει αληθινός.
Η ευαλωτότητα δεν είναι σπασμένο κομμάτι, είναι πόρτα.
Αν την κρατήσεις κλειστή, θα ζεις “ασφαλής” και μόνος.
Αν την ανοίξεις, θα πονέσεις λίγο περισσότερο στην αρχή, αλλά θα αναπνεύσεις.
Και ίσως τότε θυμηθείς ότι:
όταν ο πόνος έχει χώρο και συντροφιά, δεν σε καταστρέφει. Σε ωριμάζει.
Και σου μαθαίνει να αγαπάς χωρίς να κρύβεσαι.
Τελευταία σκέψη:
ο πόνος δεν είναι πάντα εχθρός.
Συχνά είναι ο αγγελιοφόρος που λέει ότι η ζωή ζητά αλλαγή.
Το ερώτημα δεν είναι
“πώς να μην πονάω”.
Το ερώτημα είναι
“ποιον θέλω δίπλα μου όταν πονάω” και “ποιον επιτρέπω να είμαι
όταν με βλέπουν”.
Εκεί, μέσα σε αυτή τη μικρή αλήθεια, αρχίζει να χτίζεται μια καινούργια αντοχή, πιο ήσυχη, πιο ανθρώπινη.
Και τότε, αντί για φυγή,
διαλέγουμε παρουσία, σχέση, πιο σταθερό βηματισμό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου