Η πνευμονία δεν είναι κρυολόγημα ,
είναι μια φλεγμονώδης διεργασία του πνευμονικού παρεγχύματος, όπου βακτήριδια, ιοί ή άλλοι παθογόνοι μικροοργανισμοί ξεπερνούν τις άμυνες του οργανισμού και
εγκαθίστανται βαθιά στους πνεύμονες.
Η πνευμονία είναι σοβαρή λοίμωξη των πνευμόνων, συχνά βακτηριδιακής ( πνευμονιόκοκκος) ή ιογενούς (COVID-19, γρίπη) αιτιολογίας, που προκαλεί φλεγμονή και συσσώρευση υγρού στις κυψελίδες.
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, βήχα (με ή χωρίς πτύελα), ρίγη, δύσπνοια και πόνο στο στήθος
Εκεί, η έκβαση εξαρτάται λιγότερο από το ίδιο το μικρόβιο και περισσότερο από την ικανότητα του ανοσοποιητικού συστήματος να αντιδράσει έγκαιρα, επαρκώς και χωρίς υπερβολή.
Και ακριβώς σ αυτό το σημείο μπαίνει δυναμικά η βιταμίνη D.
Στο άρθρο του American Journal of Clinical Nutrition, οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από την UK Biobank και εξητασαν
τη σχέση των επιπέδων 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό
με τον κίνδυνο νοσηλείας λόγω λοιμώξεων του αναπνευστικού.
Όχι απλών λοιμώξεων. Νοσηλειών.
Η 25-υδροξυβιταμίνη D (25(OH)D)
είναι η κύρια μορφή αποθήκευσης της βιταμίνης D στον οργανισμό και ο πιο αξιόπιστος δείκτης για την εκτίμηση των επιπέδων της, που προέρχεται από το ήπαρ και αξιολογεί την επάρκεια για τη υγεία των οστών και μυών.
Μετρώνται τα επίπεδα της στο αίμα για διάγνωση έλλειψης ή ανεπάρκειας, με τιμές <20 ng/mL να υποδηλώνουν έλλειψη,
20-29 ng/mL ανεπάρκεια, και
>30 ng/mL επάρκεια.
Και μέσα σ αυτές τις λοιμώξεις, η πνευμονία κατέχει κεντρική θέση.
Τα ευρήματα είναι απολύτως ξεκάθαρα.
Άτομα με πολύ χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D, κάτω από 15 nmol/L, δηλαδή κάτω από περίπου 6 ng/mL με τις μονάδες που χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα, είχαν 33% αυξημένο κίνδυνο νοσηλείας για λοίμωξη του αναπνευστικού σε σύγκριση με άτομα που είχαν επίπεδα τουλάχιστον 75 nmol/L, δηλαδή περίπου 30 ng/mL.
Αυτές δεν είναι θεωρητικές τιμές.
Είναι τιμές που βλέπουμε καθημερινά στα εργαστήρια.
Για να το πούμε απλά,
όσο χαμηλότερη είναι η βιταμίνη D,
τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα μια λοίμωξη να εξελιχθεί σε πνευμονία που χρειάζεται νοσοκομείο.
Και το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η σχέση αυτή δεν είναι “όλα ή τίποτα”.
Για κάθε αύξηση κατά 10 nmol/L, δηλαδή περίπου 4 ng/mL, ο κίνδυνος σοβαρής λοίμωξης μειώνεται κατά περίπου 4%.
Μιλάμε για μια σταδιακή,
δοσοεξαρτώμενη σχέση.
Γιατί όμως η πνευμονία συνδέεται τόσο στενά με τη βιταμίνη D;
Η απάντηση βρίσκεται στη βιολογία της άμυνας του πνεύμονα.
Οι πνεύμονες δεν είναι απλώς ασκοί αέρα. Είναι ένα εξαιρετικά ενεργό ανοσολογικό όργανο.
Ο βλεννογόνος του αναπνευστικού διαθέτει κύτταρα που αναγνωρίζουν παθογόνα, εκκρίνουν αντιμικροβιακά πεπτίδια και ρυθμίζουν τη φλεγμονή.
Η βιταμίνη D συμμετέχει άμεσα σε όλες αυτές τις διεργασίες.
Είναι γνωστό ότι η ενεργός μορφή της βιταμίνης D αυξάνει την παραγωγή καθελισιδίνης και β-αμυνσινών, ουσιών με ισχυρή αντιμικροβιακή δράση.
Αυτές οι ουσίες δρουν σαν φυσικά αντιβιοτικά στο επίπεδο του πνευμονικού επιθηλίου.
Όταν τα επίπεδα βιταμίνης D είναι χαμηλά, αυτή η πρώτη γραμμή άμυνας εξασθενεί.
Το μικρόβιο ή ο ιός βρίσκει χώρο να εγκατασταθεί και να πολλαπλασιαστεί.
Ταυτόχρονα, η βιταμίνη D παίζει κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση της φλεγμονής.
Στην πνευμονία, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το παθογόνο.
Είναι και η υπερβολική φλεγμονώδης αντίδραση του ίδιου του οργανισμού, που μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστική ανεπάρκεια.
Η βιταμίνη D βοηθά το ανοσοποιητικό να αντιδράσει με ισορροπία, μειώνοντας την υπερβολική παραγωγή προφλεγμονωδών κυτοκινών.
Με απλά λόγια, βοηθά το σώμα να πολεμήσει χωρίς να αυτοτραυματίζεται.
Αυτό εξηγεί γιατί πολλές παρατηρητικές μελέτες, είχαν δείξει ότι
τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο πνευμονίας,
βαρύτερη κλινική εικόνα και μεγαλύτερη διάρκεια νοσηλείας.
Σε ηλικιωμένους, σε άτομα με χρόνια νοσήματα, αλλά και σε φαινομενικά υγιείς ενήλικες, η ανεπάρκεια βιταμίνης D επανέρχεται διαρκώς
ως κοινός παρονομαστής.
Το νέο στοιχείο που φέρνει το άρθρο του American Journal of Clinical Nutrition είναι
ότι επιβεβαιώνει αυτή τη σχέση σε τεράστια κλίμακα και με σκληρό καταληκτικό σημείο:
τη νοσηλεία.
Δεν μιλάμε για ήπια συμπτώματα, ούτε για αυτοαναφερόμενα επεισόδια.
Μιλάμε για πνευμονίες που έστειλαν ανθρώπους στο νοσοκομείο.
Κάποιος θα ρωτήσει εύλογα:
και τα συμπληρώματα;
Μπορούμε δηλαδή να προλάβουμε την πνευμονία απλώς παίρνοντας βιταμίνη D;
Η επιστημονική απάντηση είναι πιο σύνθετη και χρειάζεται ειλικρίνεια.
Οι τυχαιοποιημένες μελέτες συμπληρωματικής χορήγησης βιταμίνης D δείχνουν μέτριο όφελος στη μείωση των οξέων λοιμώξεων του αναπνευστικού, με τα πιο καθαρά οφέλη να παρατηρούνται σε άτομα που ξεκινούν με χαμηλά επίπεδα.
Δεν πρόκειται για πανάκεια. Αλλά δεν πρόκειται και για αδιάφορη παρέμβαση.
Ιδιαίτερα στην πνευμονία, το ζητούμενο δεν είναι να “θεραπεύσουμε” με βιταμίνη D,
αλλά να μειώσουμε την πιθανότητα να φτάσουμε εκεί.
Να ενισχύσουμε τις βασικές άμυνες του οργανισμού, ώστε μια λοίμωξη να παραμείνει ήπια και να μη μετατραπεί σε βαριά πνευμονία.
Και εδώ, η διατήρηση επαρκών επιπέδων βιταμίνης D φαίνεται να έχει ουσιαστική σημασία.
Στην Ελλάδα, βλέπουμε συχνά τιμές 25-υδροξυβιταμίνης D κάτω από 20 ng/mL, ακόμη και σε άτομα που ζουν σε ηλιόλουστο περιβάλλον.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η έκθεση στον ήλιο δεν αρκεί πάντα και ότι ο σύγχρονος τρόπος ζωής, η ηλικία, η παχυσαρκία και τα χρόνια νοσήματα επηρεάζουν έντονα τα επίπεδα βιταμίνης D.
Όταν αυτές οι χαμηλές τιμές συνδυάζονται με τον χειμώνα και την αυξημένη κυκλοφορία αναπνευστικών παθογόνων, το έδαφος για πνευμονία είναι πρόσφορο.
Συνελονι ειπειν...
η βιταμίνη D δεν“θεραπεύει” την πνευμονία. Η σοβαρή ανεπάρκεια βιταμίνης D συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο να νοσηλευτεί κανείς για πνευμονία.
Και αυτό, σε επίπεδο δημόσιας υγείας, έχει τεράστια σημασία. Διότι η πνευμονία δεν είναι μόνο ένα ιατρικό πρόβλημα. Είναι ένα κοινωνικό και οικονομικό βάρος, με χιλιάδες εισαγωγές κάθε χρόνο.
Ας κρατήσουμε ένα βασικό μήνυμα, ότι η βιταμίνη D δεν αφορά μόνο τα οστά.
Αφορά την ικανότητά μας να αντέχουμε τις λοιμώξεις και ειδικά τις πιο επικίνδυνες μορφές τους, όπως η πνευμονία.
Το American Journal of Clinical Nutrition, με το συγκεκριμένο άρθρο, έρχεται να προσθέσει ακόμη ένα ισχυρό κομμάτι στο παζλ, υπενθυμίζοντας ότι η πρόληψη ξεκινά πολύ πριν εμφανιστεί η νόσος.
Η πνευμονία δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Είναι το αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας γεγονότων, όπου η ανεπάρκεια των αμυντικών μηχανισμών παίζει καθοριστικό ρόλο.
Και η βιταμίνη D φαίνεται να είναι ένας από τους σιωπηλούς ρυθμιστές αυτών των μηχανισμών.
Όχι ο μόνος. Αλλά σίγουρα όχι αμελητέος.
Και ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να βλέπουμε τη βιταμίνη D σαν μια απλή εργαστηριακή τιμή και να αρχίσουμε να τη βλέπουμε σαν αυτό που πραγματικά είναι: δείκτης ανοσολογικής ετοιμότητας.
Γιατί, όταν μιλάμε για πνευμονία, αυτό που τελικά κάνει τη διαφορά
δεν είναι μόνο το μικρόβιο.
Είναι το πόσο έτοιμος είναι ο οργανισμός να το αντιμετωπίσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου